Το νέο μου μυθιστόρημα – κεφάλαιο 1

Προσωρινός τίτλος: Ενθαλπία

© 2022 – Stefanos Livos – All rights reserved

Το μόνο που είχα στο μυαλό μου εκείνη τη μέρα ήταν να αποτρέψω τον προγραμματισμένο θάνατό του παππού μου το ίδιο βράδυ, στα εξηκοστά του γενέθλια. Ο ίδιος ήταν ανένδοτος. Ήθελε να λυτρωθεί.

Έψαχνα τρόπο κοιτάζοντας την θάλασσα που μαινόταν έξω. Τα κύματα έσπαγαν στα βράχια και πιτσίλιζαν το τζάμι. Οι σταγόνες κυλούσαν κατακόρυφα στο γυαλί σαν σαλιγκάρια. Τις μελετούσα με προσοχή μέχρι να με διακόψει ένα νέο κύμα και η συναίσθηση ότι μας χώριζε το ενισχυμένο τζάμι του Θόλου. Χωρίς αυτό, θα τις αισθανόμουν να κυλάνε πάνω στο δέρμα μου, θα τις έφερνα στο στόμα μου και θα μάθαινα τι γεύση έχει το θαλασσινό νερό. Στα είκοσί μου χρόνια, δεν γνώριζα ακόμα. Και δεν θα μάθαινα ποτέ.

Τον περίμενα να έρθει. Έριξα μια κλεφτή ματιά προς τα πίσω και με κατέκλυσε η εικόνα του μανιασμένου πλήθους. Οι φωνές και τα χαμόγελά τους έσκαγαν επάνω μου, με καταμούσκευαν με την χαρά τους. Είχαν ξεχυθεί στους Κήπους και στα τραπεζάκια της Παραλίας, σαν κοπάδι ενοχλητικές μέλισσες που σε ακολουθούν παντού. Τα πρόσωπά τους ήταν ανέμελα και ανιαρά. Οι σκιές των σιδεροδοκών του Θόλου τα χάραζαν με τεθλασμένες μαύρες γραμμές, που έσβηναν όταν ο ήλιος κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, μόνο για λίγο κάθε φορά.

Κοίταξα προς τα πάνω. Ο γυάλινος Θόλος ξεκινούσε από το έδαφος δίπλα στην θάλασσα και εκτεινόταν ψηλά. Τόσο ψηλά που τις ημέρες με συννεφιά σχεδόν ξεχνούσα ότι είμαστε ερμητικά κλεισμένοι μέσα του. Τίποτα δεν μπορούσε να εισχωρήσει ή να δραπετεύσει. Μόνο το φως. Ο μολυσμένος αέρας και η βρωμερή θάλασσα ήταν ισόβια αποκλεισμένοι. Μαίνονταν έξω διαμαρτυρόμενοι, αλλά κανείς δεν τους έδινε σημασία. Φώναζαν αδιαφορία οι φωνές και τα γέλια των παιδιών που έτρεχαν και των μεγάλων που τα ακολουθούσαν με το βλέμμα τους. Γιόρταζαν την Κυριακή, την μοναδική ημέρα που ήταν διαφορετική από τις άλλες μέρες, αλλά ίδια με κάθε άλλη Κυριακή. Στα πρόσωπά τους έβλεπα την ζωή μου σε ένα χρόνο, σε δέκα χρόνια, σε σαράντα χρόνια.

Ένα πρόσωπο στο βάθος με κοιτούσε. Ήταν ένας από τους Δασκάλους. Μόλις διασταυρώθηκαν τα βλέμματά μας, μου έγνεψε και γύρισε προς την παρέα του. Ήξερα τι σκεφτόταν και πώς με οίκτιρε. Στεκόμουν μόνη, απομακρυσμένη, με την πλάτη μισογυρισμένη, την παλάμη να ακουμπάει στο τζάμι. Είχα κάθε λόγο να κοιτάζω την θάλασσα. Ήξερε κάτι που δεν ήξεραν πολλοί.

Είδα τον Μυρντίν από μακριά. Φορούσε την επίσημη φόρμα του, μαύρη ολόσωμη, με λευκές ρίγες στο στήθος. Έκλεινε τα εξήντα εκείνη την ημέρα και τα γκρίζα μαλλιά του λαμπύριζαν στον ήλιο. Περπατούσε αργά. Κάποιοι του έφραξαν τον δρόμο. Κάτι του είπαν και του έσφιξαν το χέρι. Υποκλίθηκαν ελαφρά κι εκείνος χαμογέλασε. Λίγο πιο κάτω η ίδια σκηνή. Και ξανά μετά. Όλοι ένιωθαν την ανάγκη να του πουν κάτι. Συνέχισε τον δρόμο του, χαμογελούσε τώρα σε μένα. Όχι, δεν θα τον ρωτήσω τι του είπαν. Θα προσποιηθώ ότι είναι μια άλλη μέρα.

«Αναρωτιέμαι πόσο υποφέρεις μέσα σε τόσο κόσμο», είπε μόλις με πλησίασε.  

«Εγώ αναρωτιέμαι πόσο υποφέρουν ο ένας τον άλλον χωρίς να το λένε. Κοίτα. Κοίτα πόσο μεγάλα είναι τα κύματα σήμερα.»

«Και πόσο ασφαλείς είμαστε εμείς», είπε και χτύπησε το τζάμι του Θόλου με το κόκκαλο των δαχτύλων του.

«Από τι;»

«Από την μόλυνση του αέρα και της θάλασσας.»

«Χρόνια πολλά», είπα.

«Καλή Λύτρωση λένε σήμερα. Πάμε στους Κήπους», είπε και έφυγε μπροστά.

Περπατήσαμε μέσα στο διάσπαρτο πλήθος. Απέφυγα τα τυχαία αγγίγματα των ανθρώπων σαν να ήταν αδέσποτα ηλεκτρικά καλώδια που τινάζονταν στον αέρα. Όταν φτάσαμε στο πρώτο παρτέρι, ανάσανα κανονικά.

«Μόλις εχθές το σκάλισα αυτό», είπε γονατίζοντας προς το χώμα. Το άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του. «Είναι ακόμα νωπό από το πότισμα. Η τελευταία μου εργασία.»

«Δε θα σου λείψει;»

«Δε θα είμαι εδώ για να μου λείψει. Άλλωστε, έκανα αυτή την δουλειά σαράντα χρόνια. Τώρα είναι η ώρα να δώσω την σκυτάλη σε κάποιον άλλον, της δικής σου ηλικίας.»

«Λες να κληρωθώ κι εγώ στην Κηπουρική;»

«Εσύ που δεν μπορείς να ξεχωρίσεις την γαρδένια από το αγριόχορτο; Πολύ αμφιβάλλω, αν και δεν ξέρω πώς σκέφτεται ο HIDE.»

«Τότε γιατρός.»

«Οι ελπίδες είναι καταδίκη, το ξέρεις.» Ένα μειδίαμα αχνοφάνηκε στα χείλη του. «Ό,τι επάγγελμα και όποιον σύντροφο σου κληρώσει ο HIDE, θα είναι για το καλό σου. Θα δεις.»

Είχε την ικανότητα να αφαιρεί την μαγεία από ό,τι ονειρευόμουν. Ήξερα ότι το έκανε για να μετριάζει την νεανική μου αφέλεια. Για να μην απογοητευτώ. Η μόνη απογοήτευσή μου ήταν πως θα έχανε την Κλήρωση για δυο μέρες.

«Μυρντίν…»

«Πες μου.»

Έσκυψα για να αγγίξω κι εγώ το νωπό χώμα. «Δεν είσαι περίεργος να μάθεις τι θα γινόταν αν αρνιόσουν να λυτρωθείς απόψε;»

«Ξέρω τι θα γινόταν.» Με τράβηξε ελαφρά από το μπράτσο προς τα πάνω.

«Μην το κάνεις.»

Χαμογέλασε, αλλά τα χείλη του ήταν σφιγμένα, σχεδόν από θυμό. «Πες μου, τι βλέπεις εκεί;» Έδειξε με το χέρι του προς τα δυτικά του νησιού.

Κοίταξα πέρα από τους Κήπους, πέρα από τον Θόλο, πέρα από την θάλασσα. Τα μάτια μου προσγειώθηκαν σε έναν μεγάλο οικισμό στην κορυφή ενός παραθαλάσσιου λόφου. «Την Πενθεσίλεα.»

«Λάθος. Βλέπεις τον παλιό κόσμο. Εκεί που οι άνθρωποι σκοτώνουν ο ένας τον άλλον για να του πάρουν ένα κομμάτι ψωμί. Εκεί που αναπνέουν τον μολυσμένο αέρα και αρρωσταίνουν. Εκεί που ζηλοφθονούν τον διπλανό τους και σκέφτονται πώς θα τον βλάψουν για να πάρουν τη θέση του. Εκεί που πήγε η γιαγιά και ο πατέρας σου. Ξέρεις γιατί γίνονται όλα αυτά;»

«Όχι.»

«Όλα αυτά γίνονται γιατί οι άνθρωποι είναι περισσότεροι απ’ ότι μια κοινωνία μπορεί να συντηρήσει. Τα ζευγάρια γεννάνε χωρίς όριο, και οι ηλικιωμένοι ζουν σε βάρος των νέων. Στην Πενθεσίλεα δεν υπάρχει αυτάρκεια, άρα ούτε ισορροπία, γι’ αυτό και δεν υπάρχει ευτυχία. Προσπαθούν να ευτυχήσουν αποκτώντας περισσότερα υλικά αγαθά, τα οποία στερούν από άλλους που έχουν ακόμα λιγότερα.»

Το βλέμμα του θύμιζε αυτό του Δασκάλου λίγο πιο πριν. «Στην Αντέλμα φτιάξαμε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ στον αρχαίο κόσμο. Μια κοινωνία που κυβερνάται από τους ίδιους τους πολίτες και όπου όλοι είναι ελεύθεροι. Γι’ αυτό δεν επιτρέπουμε σε κανέναν να έρθει στην Αντέλμα. Επειδή είμαστε αυτάρκεις και άρα ευτυχισμένοι. Φαντάσου λοιπόν τι θα συνέβαινε αν εγώ, ένας και μόνος, αποφάσιζα να μην λυτρωθώ απόψε. Θα έπρεπε να αλλάξουν τα πάντα. Ο HIDE θα έπρεπε να υπολογίσει εξ αρχής την αναδιανομή των πόρων. Από το πόσο φαγητό χρειαζόμαστε μέχρι το πού θα μείνει το ζευγάρι που περιμένει τώρα να ζήσει στο διαμέρισμά μου.»

Ατένισα τους Κήπους γύρω μου. Ένας χαμηλός τοίχος από πικροδάφνες εκτεινόταν ολόγυρα και τους χώριζε από την Παραλία και την Πλατεία. Στο εσωτερικό του, πέτρινα μονοπάτια έσμιγαν και χώριζαν ξανά. Οι χλοερές εκτάσεις ανάμεσά τους έσπαγαν από στρογγυλά παρτέρια με λευκά χρυσάνθεμα και μωβ ανεμώνες. Στην μέση του κήπου, ξεχώριζε μια ξύλινη γέφυρα πάνω από μια μικρή λίμνη με ροζ νούφαρα. Στην άκρη των Κήπων ήταν ο λαβύρινθος από αγιόκλημα. Οι πυκνοί και πανύψηλοι τοίχοι δημιουργούσαν σκοτεινούς διαδρόμους. Μπέρδευαν ακόμα και τον Μυρντίν. Μόνο εγώ έβρισκα την έξοδο με την ίδια ευκολία που έβρισκα τα αδιέξοδα. Κατέφευγα εκεί για ώρες μέχρι να στερέψουν οι ανεπιθύμητες σκέψεις μου. Κάποιες επέμεναν να ξεχειλίζουν.

«Αφού δεν τους επιτρέπουμε να έρθουν εδώ και αφού η γιαγιά και ο πατέρας μου δεν επέστρεψαν, πώς ξέρουμε ότι όλα αυτά για την Πενθεσίλεα είναι αλήθεια;» Άφησα την ερώτηση να αιωρείται πίσω μου καθώς απομακρυνόμουν.

«Το ξέρουμε γιατί από εκεί ήρθαν οι Ιδρυτές.»

Στο βάθος, στην άκρη της Πλατείας, ξεχώριζαν οι δύο προτομές τους. Ήταν ένας άντρας και μια γυναίκα. Τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους ήταν ασαφή. Κοιτούσαν προς τα μαζεμένα, ομοιόμορφα κτίρια της πόλης. Οι πλάτες τους ήταν γυρισμένες προς την Πενθεσίλεα. Τα ονόματά τους ήταν σβησμένα, δεν είχαν σημασία. Για μας ήταν απλά οι Ιδρυτές. Οι ευεργέτες μας.

Κανείς δεν μιλούσε γι’ αυτούς γιατί κανείς δεν μιλούσε για το παρελθόν. Το παρελθόν ζούσε μόνο στο Λεξικό Αρχαίων Όρων. Δεν ήταν μεγάλο, αλλά περιείχε όλες τις λέξεις που στον παλιό κόσμο σήμαιναν κάτι, αλλά στην Αντέλμα είχαν χάσει το νόημά τους: Αυτοκίνητο, Βιβλίο, Έγκλημα, Μουσική, Ταξίδι, Φαντασία, Χρήμα. Μόνο οι Δάσκαλοι είχαν πρόσβαση στο Λεξικό. Το κρατούσαν κλειδωμένο σε ένα συρτάρι και το άνοιγαν μόνο όταν μας εξηγούσαν πόσο επικίνδυνο είναι το παρελθόν για μια κοινωνία. Όταν είναι άδοξο, γίνεται δικαιολογία για απραξία. Όταν είναι ένδοξο, γίνεται μια απότομη πλαγιά που δεν μπορείς να ανέβεις. Έχεις μόνο την ελπίδα ότι μια μέρα θα τα καταφέρεις, αλλά η ελπίδα είναι ό,τι χειρότερο για τον άνθρωπο. Το είχαμε εμπεδώσει όλοι αυτό. Κάθε μαθητική ημέρα τελείωνε με την Κυρία Σαρλότ να παραδίδει την ίδια μαγική φράση. Τίναζε το κεφάλι της στα δεξιά, για να αποφύγει την τούφα που μόνιμα έπεφτε στο μέτωπό της, άφηνε μια παύση να καθαρίσει τα αυτιά μας από ό,τι άλλο μας είχε μόλις πει, και ξεκινούσε:

«Τελειώσαμε και για σήμερα, παιδιά μου. Και να θυμάστε, δεν χρειάζονται ελπίδες. Οι ελπίδες φέρνουν φιλοδοξία, που με την σειρά της φέρνει ματαιοδοξία. Και τι είναι η ματαιοδοξία για τον άνθρωπο;»

«Καταδίκη», φωνάζαμε όλα τα παιδιά μαζί με έκδηλη χαρά. Με την χρόνια επανάληψη, το χαμόγελο για το τέλος του μαθήματος έγινε αλληλένδετο με την ίδια την φράση. Όταν κάποιος την επαναλάμβανε, χαμογελούσε αυτόματα. Την είχα ακούσει και από τον Μυρντίν πριν λίγο. Με τα χρόνια όμως είχε εξασθενήσει το δικό του χαμόγελο. Η ελπίδα όμως παρέμενε καταδίκη.


Το μυθιστόρημα αναζητεί εκδότη. Αν θέλετε να λαμβάνετε ενημερώσεις για την έκδοση του μυθιστορήματος, μπορείτε να εγγραφείτε στο newsletter μου (και να απεγγραφείτε όποτε το θελήσετε).

© 2022 – Stefanos Livos – All rights reserved

10 thoughts on “Το νέο μου μυθιστόρημα – κεφάλαιο 1

  1. Στέφανε, καλοτάξιδο να είναι το νέο σου βιβλίο!
    Προσωπικά, με έχει εντυπωσιάσει αυτό που διάβασα κ κυρίως με ιντριγκάρει η πιθανή εξέλιξη της ιστορίας σου!
    Είναι διαφορετικό από τα προηγούμενα βιβλία σου κ νομίζω ότι και η γραφή σου είναι πιο μεστή! Αντικατοπτρίζει την πορεία σου κ την εμπειρία σου!
    Είμαι σίγουρη ότι σύντομα θα βρει εκδότη κ ανυπομονώ να το διαβάσω!
    Καλή συνέχεια!

  2. Καλοτάξιδο ας είναι το νέο σου βιβλίο εύχομαι να βρεις τον καλύτερο εκδότη !!

  3. Πολύ δυνατό κ ενδιαφέρον φαίνεται. Ίσως και να μπορούσε να μεταφερθεί κινηματογραφικά. Σε κάθε περίπτωση θα ήθελα να το διαβάσω! Κάθε επιτυχία!! Και φυσικά πάντα υπάρχει και το openbook.gr

Leave a Comment

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.